Μαρτυρίες Ουτισμού (Νο1)

«ΑΚΑΤΑ ΜΑΚΑΤΑ ΣΟΥΚΟΥΤΟΥ ΜΠΕ»

γράφει η Ειρήνη Καραγιαννίδου

«Το ποίημα απέτυχε γιατί πιστεύθηκε / έτσι πείτε τους»

Ήθελα να σου πω μια ιστορία για τον σουμέριο Ούτι, τον ζωντανό ήλιο, τον γιο του ισό­θε­ου Σου­ρουππάγκ, τον πρώ­το οι­κι­στή και ή­ρω­α της ο­μώ­νυ­μης πό­λης, η ο­ποί­α δό­θη­κε στον Σουδ, τον άρ­χο­ντα του Κά­τω Κό­σμου. Γι­α να πα­ρα­βάλ­λε­ται προς αυ­τόν τον σκοτεινό θεό, – σκέφτηκα -, έ­νας ή­ρω­ας που κα­τέ­βη­κε α­πό τον ου­ρα­νό και βα­σί­λε­ψε ά­πει­ρα χρό­νι­α, ε­πρό­κει­το γι­α πο­λύ ση­μα­ντι­κή και μά­λι­στα υπο­δει­γμα­τι­κή­ προ­σω­πι­κό­τη­τα, που πολύ θα σε ενδιέφερε. Και μολονότι δεν δι­α­σώ­ζο­νται πε­ρι­πέ­τει­ές του αντί­στοι­χες του δικού σου ήρωα, ε­ντού­τοις να ξέρεις πως έ­γι­νε θρύ­λος ως μέγας θα­λασ­σο­πό­ρος. Ο δικός μου Ud Z i , ήταν χα­μέ­νος στην πε­ρι­πλά­νη­ση, βυ­θι­σμέ­νος στη σι­ω­πή, με το φό­βο να τον τρυ­πά­ει πα­ντού, και περ­νού­σε μά­ται­α ο και­ρός του, μέχρι που κρυ­φά­κου­σε τυ­χαί­α ό­τι θα γί­νει κα­τα­κλυ­σμός γι­α­τί απο­φα­σί­στη­κε ό­τι το σπέρ­μα του αν­θρώ­που δε θα έ­χει πι­α με­ρί­δι­ο κλη­ρο­νο­μι­άς. Τότε ναυ­πή­γη­σε πλοί­ο α­πό πο­λύ χο­ντρό ξύ­λο, κλει­στό α­πό πα­ντού, στο ο­ποί­ο βρή­καν κα­τα­φύ­γι­ο πολ­λά ζώ­α καθώς και ο θε­ός Ούτου, που κα­ταύ­γα­σε τον κό­σμο και στα­μά­τη­σε τον ό­λε­θρο, δίνοντάς του ως α­ντα­μοι­βή την αι­ώ­νι­α ζω­ή στο μα­κρι­νό Ντιλ­μούν, εκεί που α­να­τέλ­λει ο ή­λι­ος… Αυτά και άλλα παρόμοια ήθελα να αραδιάσω, αλλά καθώς οι περιπέτειες του δεν κα­τα­γρά­φτη­καν και δεν ε­ντο­πί­στη­κε -μέχρι και τώρα που σου τρυπώ τ´ αυτιά-, ού­τε σπά­ραγμα πλά­κας με έ­πος πε­ρι­πλά­νη­ση­ς που να πα­ρα­πέ­μπει σ’ αυ­τόν, κι αφού είναι κρίμα να είσαι ένας ήλιος πεταμένος στα χώματα και τα δένδρα να κρέμονται από τον ουρανό με ρίζες στα μαλλιά σου κι εγώ να είμαι ένας άπελπις, κι αφού να ανταλλάζαμε τις επαρχίες μας μόνο ήθελες, ( – σου δίνω Χριστούγεννα με κοντομάνικο στο Νευροκόπι – ), το ποίημα έψαξε το είδος σε άλλο ηρωικό προϊόν, εδώδιμο μη αποικιακό, με όνομα ομόηχο και τίτλο προπαρασκευαστικό της επικείμενης πρακτικής εξέλιξης του δημιουργήματος σου.

 

Οὖτις ἐμοί γ’ ὄνομα· Οὖτιν δέ με κικλήσκουσι / μήτηρ ἠδὲ πατὴρ ἠδ’ ἄλλοι πάντες ἑταῖροι.

.

«Έπρεπε συ να μ´ αρνηθείς / έπρεπε γω να σε γεννήσω»

Η επιλογή της αντωνυμίας δεν είναι απλώς ένα φυλακτήριο τέχνασμα απέναντι στην ενδεχόμενη μανία του εαυτού του, ούτε ένα απλό δάνειο του επικού λογοπαιγνίου. Είναι το σοφό παιχνίδι του άγριου και του ήμερου, της τρέλας και της φρονιμάδας, της διεκδίκησης και της παραίτησης, της απελπισίας και της ελπίδας, του θάρρους και του φόβου μπροστά στο άδηλο μέλλον, της συνειδητοποίησης και της πλάνης μπροστά στην κατάρρευση της αυτοεικόνας που βασίζεται πιο πολύ στα πράγματα και λιγότερο στο πρόσωπο, της αίσθησης ότι η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ αρκετή, της διάθεσης να πλάσει μιαν άλλη προοπτική.

Ούτις εμοί γ’ όνομα, όχι μόνο με την οδυσσεϊκή έννοια της διαφυγής αλλά και με την έννοια της απώλειας. Έτσι κι αλλιώς, κάποιοι αποχωρισμοί είναι προορισμένοι να φιλιώνουνε θεούς από ανείπωτες βεντέτες. Στην πραγματικότητα, τα φαινομενικά αντιπαρατιθέμενα μέρη, δεν είναι ο χρόνος και το άχρονο, δεν είναι η παλάμη σου και η τσιγγάνα, δεν είναι μόνο τα δυο πρόσωπα του γνωστού ομηρικού μύθου· είναι οι διαφορετικοί κόσμοι που εκπροσωπούν, οι δυνάμεις που αντιπαλεύουν: η αγριότητα και η φρόνηση, η φύση και ο λεγόμενος πολιτισμός, ο έρωτας κι ο θάνατος, το ύψος και το βάθος εντέλει, το βάθος όπου εκεί δρουν αδιαφοροποίητα και ενστικτωδώς – όπως και ο Πολύφημος – οι ομαδικοί κακοποιοί μας, οι προσωπικοί δαίμονες.

.

«Σκιά, κάνουμε λίγο σκάντζα;»

Ο Ούτις πιστοποιεί την ταυτότητά του μέσα απ´ την δράση που υφαίνει, αυτή τον διακρίνει ως το μοναδικό πρόσωπο που έχει αυτήν την ικανότητα, – γνωρίζει όλες τις συσπάσεις του, τους κρεμασμένους στα κλαδιά του -, και του δίνει την δυνατότητα να παίξει το παιχνίδι της πλαστοπροσωπίας, παιχνίδι που επινοεί ως λύση του αδιεξόδου του: Ο Ούτεις, ο Κανείς, αυτός που δεν μπορεί να αναγνωριστεί και κατά συνέπεια να νικηθεί. Η μοίρα του χώματος δεν μασάει τις λαχανίδες. Ο Ούτις θεοποιείται· η παντοδυναμία των Θεών που εφευρίσκουμε, έγκειται ως συνήθως στην αγνωσία που έχουμε γι´ αυτούς. Έτσι γίνονται ποιήματα-πολιτισμοί καταστροφές.

 

«Δημιουργέ και καταστροφέα γρήγορα αμέσως γρήγορα / κάνε ό,τι σου πω»

Ο Ούτις διαγράφει το όνομα, επιβεβαιώνει όμως τον εαυτό του, τον επιβεβαιώνει ως ήρωα, με τον τρόπο και τον δρόμο που ο ίδιος επιλέγει· σε κάθε στροφή δεν υπάρχουν αθώοι και ένοχοι, όλοι είναι αθώοι και ταυτόχρονα ένοχοι. Εσύ δικαιούσαι πνιγμό σε ποτάμι, στον υποσχέθηκα, κι εγώ θα τονε πράξω.

Ο Ούτις γκρεμίζει για να χτίσει, πέφτει για να σηκωθεί, ερωτεύεται για να πονέσει, σπέρνει για να θερίσει, καίει για να καεί, σκανδαλίζει για να σκανδαλιστεί, γελάει ξεγελάει, παίζει εμπαίζει. Ο «Ούτις», ο «Κανείς», ο «εγώ ο ίδιος» ο καλικάντζαρος των παραμυθιών που έχει wifi (fC925UdbΜAhbG3Kh) αλλά το ´χει θυμωμένο.

 

«-Έχεις φτερά;
  -Έχω»

«80 κιλά εγώ
  300 τα φτερά μου»

( Φεύγα από πάνω μου διαβολεμένο )

Ο Ούτις δεν είναι απλώς μια φαντασιακή κατασκευή, ούτε μόνο ένα φαινόμενο γλωσσικό, είναι κάτι πολύ περισσότερο, ένα οντολογικό δίλημμα συσκευασίας ή περιεχομένου. Γιατί το όνομα λειτουργεί ως σύμβολο παραδειγματικό, σχηματίζει τα κρόσσια -όπως τα χαρακτηρίζει ο Strauss -, στις παρυφές ενός συστήματος (ιδεολογικού και ευρύτερου), με τα οποία κάθε κοινωνία υποδηλώνει τις προεκτάσεις και τα όρια της.

Και αυτά τα κρόσσια, που ορίζουν τις προεκτάσεις και τα όρια της χώρας του Ούτις, και που εντοπίζουν πού τερματίζει ο βορράς, υπάρχουν δυο τρόποι να τα ανακαλύψεις μέσα στο δάσος του κειμένου. Ο ένας είναι να πάρεις το μονοπάτι που θα σε βγάλει όσο το δυνατον συντομότερα από την περιπλάνηση, να σε σπρώξει έξω από τον ίδιο σου τον εαυτό, και ο άλλος είναι να συνεχίσεις να περπατάς, να σκάβεις με αξίνα τα έσω, μάτια να τρυγάς και σωθικά, να ενστερνιστείς το Πάτερ ημών, το άμπρα κατάμπρα, να τριγυρνάς από τη θρησκεία που κόβει με το ξίφος το λαιμό, στη μαγεία που τον γλείφει έκφυλα, κι απο ´κει στον έρωτα, ( ο ακάλυπτος λαιμός φταίει για την τελειοποίηση του ξίφους ), τη γεωλογία, την ιστορία και την επανάσταση, ένα σούρτα-φέρτα διαρκές να χορεύεις, μέχρι να καταλήξεις ν´ απαντήσεις : γιατί κάποια μονοπάτια είναι λιγότερο προσπελάσιμα απ´ τ´ άλλα; Και μετά; Υπάρχουμε για να μας κλέβουν οι θεοί αγάπη; Σπέρμα τίνος; Και μετά; Επιτέλους οι αρχάγγελοι τι κάνουν; Υπάρχει άραγε στο δάσος μας διανυκτερεύον φαρμακείο; Βέργα τι είδους; Ποια είναι η συνταγή του οστού; Ό,τι πνευματίζεται ειν´ καταραμένο να βολοδέρνει; Και μετά; Are you kidding me ολότελα; Πόσες τρύπες κάνουν ένα κομμάτι ξύλο να ονομαστεί φλογέρα; Και μετά; Τι βλέπουν τα μάτια σου; Τι δεν ποθείται από δόλο για να το γευτείς πριν να γεράσει; Πού το ´χουν θάψει το ποταμάκι; Πιστεύεις στο θαύμα όπως ο Σικελιανός; Ο Στάμος χώρισε την Μπήτζα μέσα στην Τουρκοκρατία; Και μετά; Τι έχει να χωρίσει η προφητεία απ´ την νεκρομαντεία; Ψεύδεται ο έρωτας όταν έχει έμπνευση; Οι ταφόπλακες είναι μονάδα μέτρησης της αξίας μιας αγάπης στον Άδη; Τι σε κοψοχόλιασε; Ήπιες το αμίλητο νερό του πολιτεύματος το δηλητηριασμένο; Μήπως μπουκώθηκες γρασίδι; Τώρα τρομάζεις; Και μετά; Αν βγάλει η ιδέα σάρκα γίνεται θνητή; Από πού είσαι; Σε στενεύουν οι ελβιέλες; Να ´κανε λάθος άραγε στο νούμερο ο νεκροθάφτης; Και μετά; Μαζί δεν το ´δαμε το όνειρο; Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; Υπάρχει το ανάποδο στον ήλιο; Είναι ο Ερωτόκριτος η Σολομωνική του Λιβικού Πελάγους; Παίζει η ανθρωπότητα καλό τσέμπαλο; Αν αφαιρέσεις τη χρησιμότητα της αντανάκλασης στον καθρέφτη διακρίνεις τι; Τι το ´θελα; Θες να σου ορκιστώ ξανά; Και μετά; Κοιμόμαστε τα βράδυα ή προβάρουμε τον θάνατο αμακιγιάριστοι; Ποιος γέννησε την ενοχή; Εδώ σε πονάω μήπως; Αυτός που γράφει ποιήματα λέγεται ποιητής; Ο μαύρος αναπτήρας BIC είναι βαρύτερος απ´ τον άσπρο; Τι θες να πεις; Και μετά; Η φλόγα του κεριού έχει το ίδιο σχήμα με το δάκρυ; Ο βασιλικός θέλει γλάστρα; Ποιο είναι το όνομά σου; Και μετά; Τι άλλο ζητάς; Αίμα; Εκσπλαχνισμό; Κομμένα δάχτυλα; Την ανθρωποθυσία μου; Μήπως νηπιοβαπτισμό σε νεροχύτη; Έχει παραθυράκι ο μύθος; Και μετά; Τι ζήλεψες; Ποιος Ισαάκιος ποιος; Γιατί το πες αυτό; Τι λάθος; Μήπως ανήκεις στη φυλή των ´Αστομων; Και μετά; Το ποίημα στον τάφο του Ραγκαβή τι μέτρο χρησιμοποιει; Πού λογοδοτεί το κλάμα σου; Με προσέχεις; Πώς το ´γραψες έτσι το μηκυναϊκό; Για το λιμάνι καλά πάω, πατριώτη; Σ´ έχει ξυπνήσει κεραυνός που έπεσε στο όνειρό σου; Και μετά; Βρέχει εκεί που βρίσκεται ο λογισμός σου; Έχω φακές θες; Έναν ποιητή Ταγκόρ τονε ξέρεις; Πόσες διαπιστώσεις για την πνευματική απώλεια θα κάνουμε χωρίς να μιλάμε γι ´ αυτήν; Γενικά από σκαρφάλωμα πώς πάνε οι θελήσεις σου; Τι διάολο κάνανε; Και μετά;  Πρώτα μαρμάρωσε ο Θεός κι ύστερα έγινε; Μαζί μου τα βάλανε; Πόσο ζυγίζει η φωτιά; Τα κατάφερα; Η άπνοια είναι καιρική συνθήκη; Λίτσα, εσύ; Τι νομίζεις; Ψήνεσαι; Ρεμβάζεται η πείνα; Και μετά; ΠΑΟΚ είσαι ή ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ; Κρατάς μυστικό; Οι καλαμιές γέρνουνε πάντα προς τα ´κει που έγινε ο φόνος; Πότε παίζει η ΑΕΚ; Τι να σου πω; Ρε Αδάμ, θα το ξανάκανες; Και μετά; Το επίδικο είναι τι; Ακούτε;  Γιατί χάσκει; Γιατί κάθε τρεις και κάτι αιώνες καταρρέει ο τρούλος της Αγιασοφιάς; Τότε γιατί θες να φύγεις; Αν δεν υπήρχε η Συγγρού θα γράφαμε ακόμη με ομοιοκαταληξία; Το λακκάκι στον κρόταφο η φύση το ´φτιαξε για την κάννη; Και μετά; Ποιο γκιώνισμα δεν έρχεται από τα πέρατα; Η τελευταία λέξη της σιωπής είναι κουλουβάχατα; Και μετά; Η φωνή του τζίτζικα με τη φωνή του κούκου συναντιούνται το ξημέρωμα; Ή για να στο πω αλλιώς: το πουλί που το ´σκασε μαζί με το κλουβί του φοράει φυλακή ή πανοπλία;

Δεν έχω άλλα ερωτήματα έξω απ´ τα μαλλιά μου. Η ώρα τρεις σφυρίζουν οι φύλακες.
Το αίμα είχε πάντα επιστάτη.
Μήπως είσαι λίγο τρελός; Μήπως παραείσαι άνθρωπος;

 

«Πείτε στη νοσοκόμα να ‘ρθει»

 

Ούτις σημαίνει ξαναμαθαίνω· να βλέπω, να παρατηρώ, να κατευθύνω τη συνείδησή μου, να δημιουργώ με κάθε ιδέα και με κάθε εικόνα έναν τόπο προνομιακό. Και η απόλαυση αυτής της διαδρομής, έγκειται στην χαρά της αποπλάνησης μέχρι να ανακαλύψεις ένα βοσκοτόπι ( εγώ σε τάισα βάσανο κι εσύ μου έφτυσες σανό ), έστω ένα ρημαδοξέφωτο.

Θέλησα να φτιάξω έναν θεό για πλάκα και τελικά αυτός μου μίλησε.

Εντολή:
πες τρεις φορές τη λέξη  π ε ρ ι π λ ά ρ ν η σ η

Ο Σαμσών αγαπάει τα ρημάδια. Και τα ξέφωτα. Τα ξ τα συριστικά. Κυρίως τα ξυριστικά. ΞΑΣ ΞΑΣ. Και το ξου-ξου.  ΙΞ ΙΞ. Και μαζί με αυτά κι όλα τα ξε-συνθετικά, ζώντα και αποσυντεθιμένα: Τα φτου ξελευτερία, τα ξεσκονόπανα, το ρήμα ξεφλουδίζω, το ρήμα ξεφυσώ, τις ξεματιάστρες, την λέξη ξέπνοο, το ρήμα ξέμεινα, το ξεκίνημα, ενδεχομένως και τον Ξέρξη, το μας ξέσκισες, τα ξέφτια, τον ξέμπαρκο, τα ξελογιάσματα, το ξεβάφτισμα, τον ξεβράκωτο, τους ξεβρασμένους. Ο Σαμσών ξεδίνει, ξεστολίζει, ξεκλειδώνει, ξεστομίζει, ξεγίνεται…, παῖς ἐστι παίζων πεσσεύων, με ζάρια όλα εκεινα τα ανοίγματα-ραγίσματα χώματος, χορταριού, ουρανού και πέτρας· αγαπά όλα αυτά με το demi φως, εκείνο το ημί που σε κάνει να ψάξεις το όλο.

 

«Θα σε βρω / μου το ζητάει επιτακτικά η ιστορία της ανθρωπότητας»

Ο Ούτις είναι αυτός που το ψάχνει. Εσύ είσαι. Εγώ. Ο τύπος που προσπαθεί μονίμως να ισορροπήσει πάνω σε μια διαλυμένη ζωή, είναι οι λάθος γκόμενες που διαλέγει, οι βυζαντινές κοπέλες που επαληθεύουν τους εσπερινούς και τα κυπαρίσσια, είναι η Lindsay Whalen, ( – η μπάλα που παίζει όλη νύχτα είναι το μάτι του Κύκλωπα. Θα ξυπνήσει, θα φορέσει το μάτι του, θα σε φάει! Κι εσύ μου λες πως έχεις ουλίτιδα· είσαι για γέλια ώρες ώρες – ), τα απρόσκλητα αισθήματα, η τοιχογραφία με το λουτρό του θείου βρέφους στον όσιο Δαυίδ, η καντηλανάφτισσα, η Γουλφ με τις πέτρες στην τσέπη, τα λόγια που πιστέψανε αγκαθωτές σιωπές, η λατρευτική ομάδα των Μελετιανών από την Αλεξάνδρεια του 4ου αιώνα, η υπάλληλος που σφουγγαρίζει στα έβερεστ της Πειραιώς, η ίδια ή η αλλη Μπήτζα εκείνη του Σωσού,  ο Ούτις είναι εκείνοι που υποτάσσουν την δύναμη των δαιμόνων τους, ο Ορφέας με τα Λιθικά του, ένας Σταμάτης που ψυχοκλαίει, η μικρή Σάρα, ο Μοχάμεντ Ναντίμ, αυτοί που ανοίγουν τα μάτια τους και φουντάρουν από μέσα, ο άνθρωπος Π3… Έχω κι άλλα γουστάρεις;

Γιατί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, του καθενός του μέλει να ζήσει τη δική του Κυκλωπεία. Να την ζήσει σε όλους τους ρόλους πλην εκείνου του ρόλου του τέρατος· γιατί το τέρας είναι ο λόγος της φύσης, ο ορισμός της μοίρας μας.

 

«Με ρέγουλα το λιβάνι στο στόμα / θα σου χαλάσει τα δόντια»

Ξεκινάμε τη ζωή μας ανυπόστατοι, ανύπαρκτοι, ανώνυμοι, άνισοι, άγνωστοι, αδόκιμοι μέσα στην λήθη την οντολογική, ως Αβραάμ ( τι φαμελίτης και δαύτος ), ως άλφα στερητικά ξεκινάμε, – αυτά μας εμποδίζουν να δημιουργήσουμε δεσμούς με τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξης μας -, καθείς ξεκινά με το όνομα Κανένας.

 

«Να γιατί ο μηδενισμός / γλυκοφιλά στο μέτωπο την αγάπη»

Αν ξεφύγουμε από ετούτη την πανίσχυρη βαρυτική δύναμη που μας την φόρτωσαν οι όποιοι θεοί, αν φτάσουμε να πληρώσουμε το τίμημα το ακριβό που αξιώνει η φύση και η ουσία του πεπρωμένου μας, αν φέρουμε τα άστρα στα μέτρα του κοιτάγματός μας, αν επιστρέψουμε στο περιεχόμενο, στη συλλογικότητα, -όχι για να αποδεχθούμε τη σημερινή μας κακουχία αλλά για να ξαναβρούμε την αλέγκρα εκδοχή του βίου, ανταμώνοντας άλλους ανώνυμους οδυσσείς-, αν ξετυλίξουμε μια μούμια για να πραχτεί ο έρωτας, αν μάθουμε να εκδηλώνουμε την οργή μας οργανώνοντας την απελπισία έξω από πολιτικά συστήματα, αν γίνουμε εμείς το δέντρο που φυτρώνει στη θάλασσα, αν ο καθένας είναι ποιητής της δικής του ύπαρξης, αν ο νους και το ψέμα δεν έχουνε τα πέλματά τους ενωμένααν αλλάξουμε όροφο πηδώντας από τον απλώς υποστασιακό στον κυρίως υπαρκτικό άνθρωπο, από το Ούτις στον Οδυσσέα, από το Ούτις στον Σαμσών, από το Ούτις στον Πάτροκλο, στον Γιάννη, στην Φανή, στον Ηλία, στην Μαίρη, αν φύγουμε γιατί θέλουμε να ψάξουμε, αν γίνει να κινήσουμε λειτουργικά τη διαλεκτική μας σχέση με το πρόβλημα της ουσίας της ζωής, αν σαλπάρουμε, αν σαλτάρουμε καθείς από το ύψος του, τότε θα μπορέσουμε να νικήσουμε τον μονόφθαλμο, να λαξεύσουμε την άμορφη πέτρα, –φυσάμε ξεφυσάμε δεν βγαίνει ο βράχος από μέσα μας-, να συρθούμε από τη φυλακή της σπηλιάς του, και μέσα από το σκοτάδι της να ανεβάσουμε στο φως τον Άνθρωπο με Όνομα.

 

«Μοναξιά που επιδιώχθηκες / τι έλεος να σου αξίζει;»

Καλά που έμαθα να γράφω. Καλά που έμαθα να αυτοαναιρούμαι. Καλά που έμαθα να μπερδεύω το Αν με το Να.

Τίποτα δεν τον γλιτώνει πια
κρίμα το παιδί

Στροφή λοιπόν και κατευθείαν στο ξέφωτο. Οταν απ´ το Ούτις επιστρέψεις
άδειασε από το στομάχι τα νεκρά πουλιά επάνω στον βρεφοζυγό
και λέγε στη γυναίκα σου  Ζ Υ Γ Ι Σ Ε   Τ Α   Π Α Ι Δ Ι Α   Μ Α Σ  δίχως άλλη κουβέντα
μην καταλάβει πως ανάμεσα σε δύο μυστικά όποιο φοβάσαι το αφήνεις τελευταίο.

 

-Είχε κόσμο;
-Ε, εντάξει.