· πανίδα ·

α.
Πήγα να κόψω ένα κλαδί πικροδάφνης και με τσίμπησε μια σφήκα στην παλάμη. Χρόνια είχε να με τσιμπήσει σφήκα, και τι θυμήθηκα αμέσως; μικρός που είχα πάει στην κυρα-Ζωή στο περίπτερο, υπέργηρη και μαυροφόρα, μου είπε να περάσω το χέρι μου από το άνοιγμα, και πιάνοντας από κάτω ένα μαχαίρι μου χάραξε ένα σταυρό στην πληγή. Το τσούξιμο δεν έφυγε ιδιαίτερα αλλά τι σημασία έχει; έχουν περάσει τόσα χρόνια κι ακόμα το θυμάμαι. Ενώ τώρα που έβαλα απλά φενιστίλ και μου πέρασε αμέσως ξέρω πως η ανάμνηση αυτή θα σβήσει με το πέρας του καλοκαιριού. Τι στο διάλο, λες οι δεισιδαιμονίες να βαθαίνουν τη μνήμη μας;

β.
Μια αράχνη μάζεψε τους ιστούς της κι έφυγε.

γ.
Προχτές κοίταγα για αρκετά λεπτά ένα πουλί στον αέρα και συνέβαινε κάτι περίεργο: φτερούγιζε με ένταση χωρίς όμως να διασχίζει τον ουρανό. Λες και βρισκόταν σε μια εν κινήσει ακινησία. Τι ήθελε να αποδείξει; άσκηση ισορροπίας έκανε; ν’ αγιάσει προσπαθούσε; δεν κατάλαβα.

δ.
Είχα περάσει στον ώμο ένα χοντρό λάστιχο κι όπως περπάταγα πετάχτηκε από μέσα ενάμιση μέτρο φίδι. Επικράτησε ένας πανικός παρόλο που δεν φάνηκε να θέλει να μας επιτεθεί. Απλά στεκόταν ακίνητο περιμένοντας να του λιώσεις το κεφάλι. Όπως και συνέβη, και μάλιστα με τόσο ενστικτώδη τρόπο που σε κάνει να αναρωτιέσαι: είναι τα ένστικτά μας κοινωνικά κατασκευάσματα; γιατί όπως αποδείχτηκε ήταν μια ακίνδυνη δεντρογαλιά, από αυτές που στα χωριά παλιά, μου είπαν πως τις τάιζαν σε πήλινο γιατί τις θέλανε να τρώνε τα ποντίκια. Πού καταλήγουμε λοιπόν; στο αναπάντητο ερώτημα: γεννιόμαστε με εαυτό;

ε.
Τρία στα εννιά με τη μυγοσκοτώστρα.

στ.
Είναι η εποχή που θερίζουν τα στάχυα εδώ. Μια αλωνιστική μηχανή διασχίζει τα βανγκογκικά χωράφια καθώς τριγύρω της πετούν σμήνη γλάρων που συνοδεύουν το θεριστή τρώγοντας τα σπόρια που εκτοξεύονται. Χαμογελούν τα μάτια σου όταν το βλέπεις: άνθρωπος-μηχανή-ζώο σε απόλυτη συνέργεια. Μα δεν αντέχεις τη συμφιλίωση και πολύ ώρα, γιατί μετά σκέφτεσαι την αλληγορία της σκηνής: ένας μονάρχης κατέχει την τεχνολογία της βίας και πετάει τα ψίχουλα στις μάζες ίσα ίσα για να μην τον κατασπαράξουν. Και τα μάτια σου επιστρέφουν στη θλίψη τους. Κάπου μακριά. Εκεί που χαϊδεύεις το ξεραμένο δέρμα του ελέφαντα.

ζ.
Γιατί δεν έχει τζιτζίκια εδώ;

η.
Εντωμεταξύ ο άνεμος παρέσυρε δίπλα μου ένα σαλιγκάρι κούφιο και έβγαλε ήχο κουδουνίστρας. Δεν είσαι δω να τ’ άκουγες. Αλήθεια πού βρίσκεσαι;

πάνω στο στήθος μου;

σαμσών ρακάς