Όλα ξεκίνησαν από δύο λέξεις που ένωσε σε μια μελέτη του ο Βάλτερ Μπένγιαμιν προσπαθώντας να χαρακτηρίσει το νέο φλανέρ, το νέο περιηγητή της πόλης: ερασιτέχνης ντετέκτιβ. Διαβάζοντάς τες θυμήθηκα αμέσως τον ποιητή Βασίλη Κουντζάκη που μου είχε αποκαλύψει πως οι πιο δημιουργικές του στιγμές είναι όταν βγαίνει για παρακολούθηση χωρίς λόγο και αιτία. Ενθουσιάστηκα απ’ αυτή τη σύνδεση. Του έστειλα αμέσως μήνυμα: «Αγαπητέ, πρέπει να προχωρήσουμε αμέσως σε μια συνέντευξη. Ή κάτι σαν συνέντευξη. Τέλος πάντων πρέπει να με πάρεις μια νύχτα μαζί σου κι ό,τι προκύψει». Δέχτηκε και ελπίζω τελικά πως κάτι προέκυψε. Ιδού λοιπόν η μαρτυρία από μια νύχτα ερασιτεχνικής παρακολούθησης στην πόλη των Αθηνών. Μιας πόλης που κάνει τα πάντα για να μας διώξει αφού πρώτα μας έχει αλυσοδέσει τα πόδια.

Συνέντευξη με έναν ερασιτέχνη ντετέκτιβ

του Σαμσών Ρακά

Το σημείο συνάντησης ήταν μια ανυποψίαστη γωνία επάνω στη Θησέως στην Καλλιθέα που βόλευε και τους δυο μας. Χαιρετιόμαστε φιλικά. Στα βλέμματά μας μια υπό διαμόρφωση συνθήκη μύησης υποβόσκει. Δε χάνω καθόλου χρόνο. Δεν είχε βάλει ακόμη μπρος όταν άρχισα τις ερωτήσεις μου.

Τι κρύβει στο ντουλαπάκι του ένας ερασιτέχνης ντετέκτιβ;
Φακό, σημειωματάριο, στυλό, ανοιχτήρι, διάφορα ποτά μινιατούρες.

Πού πηγαίνουμε τώρα;
Οδεύουμε σε ένα σημαντικό πεδίο παρακολουθήσεων μεταξύ Καλλιθέας και Μοσχάτου.

«στους λίγους που ζούνε στην υποδιαίρεση της στιγμής»

Θα παρακολουθήσουμε κάποιους;
Ναι, αλλά όχι ανθρώπους. Οι άνθρωποι τις περισσότερες φορές είναι διακοσμητικοί σε αυτή τη «δουλειά». Με ενδιαφέρουν οι πολεοδομικές παρατηρήσεις, τα κτίρια, ορισμένα συμβάντα, η ατμόσφαιρα. Κοίτα αυτή την αυλή (σταματάει το αμάξι). Είναι σκέτο εξώφυλλο Black Sabbath. Το δέντρο δημιουργεί μορφές. Το πορτοκαλί φως του φαναριού στην είσοδο κρύβει μιαν ανάμνηση από τον καθένα μας. Πρόσεξε τον σκοτεινό διάδρομο στα αριστερά. Τον έχω παρακολουθήσει ώρες.

Σε ενδιαφέρει η επιβεβαίωση ορισμένων υποθέσεων;
Μου αρκεί η εξάσκηση της φαντασίας. Μου αρκεί να καλλιεργώ το βλέμμα μου. Αν έρθει βέβαια κάποια επιβεβαίωση φυσικά νιώθω μια ικανοποίηση.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας γράφεις ποιήματα ή κρατάς κάποιες σημειώσεις;
Όχι συχνά. Η ποίηση δεν είναι αυτοσκοπός. Ούτε νιώθω να κυνηγώ την έμπνευση. Βασικός μου στόχος είναι η εικονοποιία. Το ψυχικό υπόστρωμα που δημιουργεί ο εντοπισμός των άλλοθι της πόλης. Από την άλλη χωρίς τις παρακολουθήσεις νομίζω δε θα έγραφα.

Εκείνη τη στιγμή μου δείχνει μία εκκλησία. Μου λέει πως είναι από τις σπάνιες φορές που βλέπεις μια εκκλησία να είναι απόλυτα ενταγμένη στον οικιστικό ιστό και να βρίσκεται κολλητά σε σπίτια. Η παρατήρησή του μου φαίνεται σημαντική. Βγαίνω να την φωτογραφίσω. Η οδός γράφει Πετμεζά.

Ξαναμπαίνω στο αμάξι σκεπτόμενος πως ο ερασιτέχνης ντετέκτιβ μπορεί στο μέλλον να είναι ένα αναγνωρισμένο είδος καλλιτέχνη. Φεύγοντας από εκείνη τη γειτονιά μού αποκαλύπτει μια ρώσικη ταβέρνα, την «Βαλεντίνα», που έχει καταπληκτικό πιροσκί, ρώσικη μπύρα και βότκα που πρέπει να δοκιμάσω. Λίγο αργότερα περνάμε έξω από το bar «Kούρος». Μου λέει «είναι ένα μαγαζί που δε θα μπορούσα εύκολα να το χαρακτηρίσω. Το είχα επισκεφθεί μια φορά. Έψαξα να βρω τον Παπαδιαμάντη που τον έμπασαν σε κωλόμπαρο για να σπάσουνε πλάκα αλλά δεν ήταν μέσα».

Μα ύστερα το πράμα σοβαρεύει. Μου αποκαλύπτει πως τώρα μπαίνουμε σε έναν σημαντικό πυρήνα παρακολουθήσεων που βρίσκεται πίσω από το Ωνάσειο όπου επικρατεί μια αγωνιώδης ησυχία. Αν κρίνω από τις ιερόδουλες που προσπερνάμε πρέπει να έχει δίκιο. Σταματάμε στην απέναντι γωνία ενός ξενοδοχείου ημιδιαμονής. Είναι το Lacoba. Μου υπενθυμίζει τα βιβλία του Ηλία Πετρόπουλου και τα ρεπορτάζ του Φώτη Σιούμπουρα στην παλιά Απογευματινή.

Έχεις μείνει μέσα;
Ναι, κάποιες φορές.

Ποια συναισθήματα σε ωθούν στην παρακολούθηση;
Η ανάγκη να ερευνηθεί ένα μέρος, να ερευνηθούν λεπτομέρειες, ανθρώπινες κινήσεις, να ανιχνευθεί μια αισθητική. Προσπαθώ να παγώσω για λίγο το χρόνο, να αναμετρηθώ με την ταχύτητα που μας περιβάλλει.

«δεν υπάρχει πιο επώδυνο διαζύγιο
από το διαζύγιο της ιδέας»

Εκείνη τη στιγμή από μακριά πλησιάζει ένα ζευγάρι χέρι χέρι. Το βλέμμα του γίνεται εξεταστικό.

Όταν φτάσουν θα μπούνε μέσα;
Κοίτα, το γεγονός πως είναι πιασμένοι χέρι χέρι μπερδεύει λίγο τα πράγματα. Αλλά δεν ξεγελούν. Το ζευγάρι είναι «παράνομο». Ακόμη κι αν η σχέση τους είναι πολλών χρόνων. Οπότε ρισκάρω την απάντηση: πιστεύω πως θα μπουν.

Σε μισό λεπτό μας προσπερνάνε. Συνεχίζουν στην ευθεία και στρίβοντας αρχίζουν να ανεβαίνουν τις σκάλες του ξενοδοχείου. Επικρατούν γέλια δικαίωσης. Εκείνη τη στιγμή ένα σκυλί αρχίζει να γαβγίζει. «Οι εικόνες της νύχτας είναι γρίφοι που εκλιπαρούν να βρουν τη λύση τους και τα σκυλιά είναι ένας από τους εχθρούς της παρακολούθησης» μου λέει, καθώς συνεχίζουμε σε ένα ημιδιαμονής απέναντι από το Ίδρυμα Νιάρχου: το Ηotel Medousa. Στεκόμαστε κοντά στην είσοδο. Είναι θρασάτη και εντυπωσιακή. Καθόμαστε λίγο ακόμα, δεν μπαίνει κανένας. Το αμάξι ξεκινάει και πάλι. Προσπερνώντας τη γέρικη μοτοσικλέτα του Τζώρτζογλου από το «Τοπίο στην ομίχλη» του Θοδωρή Αγγελόπουλου αφήνουμε τα προάστια πίσω μας με κατεύθυνση το κέντρο της Αθήνας. Δηλαδή, την Γ’ Σεπτεμβρίου, την Αχαρνών, την Καποδιστρίου τα πέριξ της πλατείας Καραϊσκάκη κ.λπ. Στο ράδιο παίζει δεύτερο πρόγραμμα.

Ποιος ο ρόλος της μουσικής κατά τη διάρκεια μιας παρακολούθησης;
Είναι βασικό ζήτημα η μουσική. Πρέπει να σε συντροφεύει και όχι να σου επιβάλλεται. Χρειάζεται κάτι σχετικά αδιάφορο που δεν θα διακόπτει την συγκέντρωσή σου.

Εκείνη τη στιγμή ακούγεται η Πόλυ Πάνου να λέει «και θα χαθώ σ’ αυτά τα βάθη που δεν τα πάτησε κανείς». Η ώρα είναι 1:45. Οι πιάτσες είναι όλες στα ντουζένια τους. Οι χάντρες πάνε ως εξής: Πόρνη αφρικανή, άστεγος, πόρνη αφρικανή, κι άλλη πόρνη αφρικανή, κι άλλος άστεγος. Βρισκόμαστε στην Καποδιστρίου, εκεί που ο θεός κλείνει τα μάτια και αναπολεί παίζοντας κομπολόι τους ανθρώπους. Η συνέντευξη δεν έχει πια καθόλου πλάκα. Αν είχε βέβαια και ποτέ. Δε μιλάμε για μερικά λεπτά. Οδηγεί απρόσεχτα μα με έχει προειδοποιήσει: «Μην ανησυχείς, έχουμε το αλεξίσφαιρο της ποίησης». Τον εμπιστεύομαι όταν γράφει πως «ανήκουμε στους λίγους που ζούνε στην υποδιαίρεση της στιγμής».

Έχουν ταξικό πρόσημο τα μέρη που επιλέγεις;
Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον εντοπίζεται εκεί που ζει και ανασαίνει ο περισσότερος κόσμος, εκεί που ζει και ανασαίνει ένα μεγάλο κομμάτι της συγγραφής και της ποίησης που μας αρέσει.

Τη λαϊκότητα εννοείς;
Ναι, αυτή κυρίως.

Υπάρχει κάποιο βιβλίο που θεωρείς πως σε έχει ωθήσει σε νυχτερινές διαδρομές;
Ισχύει μάλλον το αντίστροφο. Οι διαδρομές παρακολούθησης-παρατήρησης προηγούνται των βιβλίων. Δύο συγγραφείς ωστόσο που έχουν επηρεάσει και συνδεθεί με αυτές τις διαδρομές είναι ο Γιάννης Βαρβέρης και ο Θωμάς Κοροβίνης.

Ο νόμος χάνει τις νύχτες;
Όχι, καθόλου, αν σκεφτείς πως η αστυνομία με έχει σταματήσει αρκετές φορές για ερωτήσεις – εξακρίβωση. Πάντως μια ελαστικότητα της ηθικής μπορείς να την παρατηρήσεις στους ανθρώπους.

Που οδηγεί και στην έξαρση της βίας. Μήπως η βία σε ελκύει;
Καθόλου. Πιστεύω στη μη-βια και τη συνύπαρξη αναγνωρίζοντας ότι δεν είναι πάντα κάτι το εφικτό.

Η Μασωνική στοά των Αθηνών είναι αυτή;
Ναι. Σταμάτησα λίγο εδώ γιατί αποτελεί ένα από τα πρώτα σημεία παρατήρησης. Καθόμουν κάποιες φορές εδώ στα πρώτα μου βήματα. Και μπορώ να σου πω πως έφτασα σε σημαντικά συμπεράσματα. Έβλεπα από μακριά ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν ερμητικά και να χάνονται μέσα σε ένα ανεξιχνίαστο περιβάλλον. Να κατευθύνονται προς μια αθέατη κατάσταση. Ώσπου αντιλήφθηκα πως ο τεκτονισμός ταυτίζεται με την ιδιωτικότητά μας. Όλοι μας κλείνουμε τις πόρτες μας όταν μπαίνουμε στο σπίτι. Κάθε σπίτι, κάθε άτομο κρύβει και έναν τεκτονισμό.

«Κάθε οικογένεια μαθαίνει στο παιδί την ομερτά της», συμπληρώνω εγώ. Και ξεκινάμε για αλλού. Άλλωστε η βόλτα μας είναι αναγνωριστική μου λέει, σαν ξενάγηση στις τοποθεσίες της παρακολούθησης. Η ίδια η παρακολούθηση είναι μια υπόθεση προσωπική. Το σέβομαι. Τώρα συζητάμε έξω από ένα μπαρ. Συζητάμε διάφορα που δεν προλαβαίνω να τα σημειώσω. Δυστυχώς δεν μου επέτρεψε την ηχογράφηση εξαρχής. Θυμάμαι όμως που τον ρώτησα:

Νιώθεις ένοχος;
Καθόλου. Δεν ενοχλώ κανέναν. Δεν υπερβαίνω τα όρια της ιδιωτικότητας κανενός ανθρώπου. Το μόνο που επιθυμώ είναι μια άσκηση βλέμματος. Και φυσικά η λαογραφία, κυρίως της νύχτας.

Δεν ψάχνεις κάποιον άνθρωπο δηλαδή.
Όχι, μια ατμόσφαιρα ψάχνω ως παρατηρητής.

Δεν υπάρχουν στιγμές που η παρατήρηση και το βίωμα εμπλέκονται;
Υπάρχουν φορές που η παρατήρηση μεταφέρεται εκτός αυτοκινήτου. Τα περισσότερα από αυτά τα μαγαζιά, μπαρ, καντίνες, βραδινά στέκια που βλέπεις τα έχω επισκεφθεί (βρισκόμαστε έξω από το Ένστασις στην Πατησίων μια ντισκοτέκ με λαϊκά, με έντονο το άρωμα της δεκαετίας του ’80). Αλλά και πάλι κάθομαι μόνος σ’ ένα σημείο και παρατηρώ το χώρο, τους θαμώνες. Δεν προσμένω κάτι. Η νύχτα κρύβει προσμονή. Για αυτό μοιάζει με αυταπάτη. Εγώ δεν προσμένω τίποτα. Γι’ αυτό η παρακολούθηση δεν είναι αυταπάτη.

Δεν ψάχνεις ούτε τον εαυτό σου;
Ο εαυτός είναι μονίμως ένα θέμα άλυτο ή έστω λυμένο μερικώς. Ορισμένα κομμάτια του ίσως ενώνονται καλύτερα μέσα από αυτή τη διαδικασία.

Ψάχνεις μια γιατρειά έστω;
Δεν υπάρχει μια κεντρική πληγή που κουβαλώ. Θα έλεγα πως υπάρχουν πολλών ειδών γρατζουνιές στη ζωή μου που με τροφοδοτούν.

Όσο συζητάμε ένας νεαρός Βαλκάνιος στέκεται ένα μέτρο από το παράθυρο μου. Δεν κοιτάει προς εμάς αλλά καταλαβαίνεις πως περιμένει κάτι να του ζητήσεις. Σχεδόν ποζάρει πιστεύοντας πως περιμένει να λάβει την έγκρισή μας. Πού να φανταζόταν πως βρισκόμασταν εκεί για λόγους ποιητικούς;

«ζωή που μπήκε στην άκρη
στα χέρια ενός αδέξιου ερωτισμού
και χρειάζεται
μια ανάσα»

Θεωρείς πως με αυτή την ενασχόλησή σου παίρνεις θέση στο ποιητικό ζήτημα;
Με ενδιαφέρει το πρωτογενές, το αφτιασίδωτο στην ποίηση. Και πως το μετασχηματίζει ο ποιητής. Με ενδιαφέρει η καταγραφή συναισθημάτων, παθών, εικόνων της πόλης. Δε μ’ ενδιαφέρουν ποιήματα που μοιάζουν με τα άδεια καροτσάκια των σούπερ μάρκετ που συναντάμε στα πεζοδρόμια. Τα βλέπεις τόση ώρα ε;

Τώρα προσπερνάμε μια καντίνα στο Σταθμό Λαρίσης. Είναι η καντίνα του κυρίου Χρήστου. Ένα γαστρονομικό μνημείο, με βεβαιώνει.

Γιατί;
Γιατί είναι η μόνη που ψήνει ακόμη στα κάρβουνα. Και όντως τα λουκάνικα ή τα καλαμάκια είναι πιο νόστιμα από τις υπόλοιπες καντίνες.

Πού πάμε τώρα;
Μπαίνουμε στο πεδίο της δυτικής Αθήνας. Η Λένορμαν είναι ένα σημείο κομβικό.

Προσπερνάγαμε φωτεινές επιγραφές, τα «Οpen» των περιπτέρων, όλα αυτά που «συγκροτούν το γεμάτο στίγματα σώμα της πόλης» όπως γράφει. Νιώθω λίγο κουρασμένος και του το λέω. «Σα να μην προλαβαίνω το βλέμμα μου» από τα τόσα δεδομένα. Σταματάμε σε ένα αλσάκι πάνω στη Θηβών και η νύχτα συνεχίζει με αρκετή συζήτηση και ποτό.

Νιώθεις να έχεις διπλή ζωή όπως οι περισσότεροι συγγραφείς;
Δεν θα το ονόμαζα διπλή ζωή. Ορίζονται διαφορετικά πεδία κινήσεων. Πεδία που σε στιγμές συναντιούνται. Υπάρχει μια επικοινωνία μεταξύ τους.

Όμως η ώρα είχε πάει 03:00. Οι ρόλοι μεταξύ συνεντευξιαστή και συνεντευξιαζόμενου ήταν πλέον ρευστοί. Είπαμε πολλά ακόμη. Που δεν είναι προς δημοσίευση. Δεν είμαστε δα και προϊόντα παρακολούθησης.

«Μια χαραμάδα βλέμματος
έκοβε τη θάλασσα της νύχτας
σα γυαλί
στις παλάμες μας
το αλάτι της
η φωνή μας
κι ελάχιστες λέξεις
τα σώματα σπαθιά
κυλιούνταν στο χορτάρι
της πλατείας»

*Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια διερεύνησης των ποιητικών ορίων που απασχολούν την παράσταση «Με το καλέμι στα δόντια»